Σάββατο, 11 Φεβρουαρίου 2012

Παρουσίαση και βασικά σημεία του κειμένου εργασίας για το πανελλαδικό σώμα του ΝΑΡ

ΚΟΜΜΑΜΕΤΩΠΟΚΙΝΗΜΑ

ΝΕΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ

Με μια έννοια είμαστε τυχεροί. Η θυελλώδης πολιτική ιστορία που εισβάλλει διαφιλονικούμενη στο παρόν. Η ανεπαρκής ακόμη, αλλά ισχυρή επιρροή της Αριστεράς. Το αμάγαλμα οικονομικών, πολιτικών και πολιτιστικών επιδράσεων σε αυτή τη λίγο ευρωπαϊκή και πολύ βαλκανική χώρα της Ανατολής στη νότια Ευρώπη, με ισχυρή την πολιτική παρουσία του Βορρά, της αμερικανικής Δύσης και των διασταυρούμενων αντιθέσεων, επιτρέπει σχετικά στην Αριστερά και στις ιδέες που έχουν αναφορά στο μαρξισμό να αναπνέουν, αναζωογονούνται και αναπτύσσονται. Πολύ περισσότερα τώρα, καταμεσής της σαθρής, φυματικής, αντιδραστικής ανάπτυξης που συνοδεύει την τέταρτη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία του καπιταλισμού και κυρίως της ταξικής πάλης που διεξάγεται γύρω από το χαρακτήρα της εξόδου από αυτήν.
Το Κείμενο Εργασίας «για το υποκείμενο της αντικαπιταλιστικής πάλης και της κομμουνιστικής απελευθέρωσης», που δόθηκε στη δημοσιότητα από την Πολιτική Επιτροπή του ΝΑΡ διακρίνεται για την εύνοια αυτή των καιρών που έχει αλλά και τις δυσκολίες, τους καταθλιπτικούς αρνητικούς συσχετισμούς, τις αντικειμενικές δυνατότητες αυτής της συνταρακτικής περιόδου με τις οποίες διασταυρώνεται το εργατολαϊκό κίνημα.
Το ερώτημα ποιος τύπος κομματικής οργάνωσης, πολιτικού μετώπου και τι εργατικό κίνημα θα ήταν ο προσφορότερος στις σημερινές συνθήκες και στη νέα εποχή, ο οποίος θα μπορούσε να επιφέρει τόσο τα καλύτερα άμεσα αποτελέσματα στην πάλη που διεξάγει η εργατική τάξη, όσο και να την συντονίσει και καθοδηγήσει πολιτικά με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο στον αγώνα της για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας, είναι τόσο παλιό όσο και η Αριστερά και τόσο νέο όσο οι δραματικές εξελίξεις επιτάσσουν.
Τα ζητήματα αυτά δεν αντιμετωπίζονται ως υποκειμενικές επιδιώξεις ή προθέσεις έξω και πέρα από τις συνθήκες δράσης. Μπορούν να καρποφορήσουν σε συγκεκριμένες συνθήκες στις οποίες «με υλικούς πλέον όρους –ανεξάρτητα από προθέσεις– τίθεται επί τάπητος, το ζήτημα του κομμουνιστικού κόμματος της εποχής, του αντικαπιταλιστικού πολιτικού μετώπου και του αντικαπιταλιστικού μαζικού κινήματος». Αυτή είναι και η θεμελιώδης εκτίμηση του κειμένου για την περίοδο που ζούμε. Πολύ περισσότερο αφού το συνολικό ζήτημα επανέρχεται, καθώς «η εξέλιξη της ταξικής πάλης, οι αντιθέσεις, τα όρια και τα αδιέξοδα της προωθούμενης αστικής στρατηγικής οδηγούν στην ωρίμανση μιας ιστορικών διαστάσεων σύγκρουσης ανάμεσα στις τάσεις καπιταλιστικής καθήλωσης στο σημερινό βάρβαρο καπιταλισμό και στις τάσεις και τις δυνατότητες αναχαίτισης και αντικαπιταλιστικής ανατροπής αυτής της πολιτικής, τις τάσεις και τις δυνατότητες κοινωνικής επανάστασης και κομμουνιστικής απελευθέρωσης». Και γι’ αυτό ακριβώς απαιτείται ανάλογη συλλογική και προσωπική στράτευση.

ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Το ζήτημα της εργατικής τάξης, του κόμματος, του μετώπου και τα ζητήματα τακτικής και στρατηγικής, το σύνολο των υπό συζήτηση πολιτικών και θεωρητικών θέσεων, περιστρέφονται γύρω από το θεμελιακό νόμο του πολιτικού υποκειμένου, πως «η απελευθέρωση των εργατών είναι έργο των ίδιων των εργατών». Το πολιτικό υποκείμενο της αναχαίτισης και αντικαπιταλιστικής ανατροπής, της επίθεσης, της επανάστασης και της εργατικής εξουσίας για την μετάβαση στην κομμουνιστική κοινωνία, αποτελείται από την ειδική στρατηγική πρωτοπορία (το κόμμα ή τα κόμματα), τη γενική πολιτική πρωτοπορία (το πολιτικό μέτωπο) και την αντικαπιταλιστική πτέρυγα των αγωνιζόμενων εργατολαϊκών μαζών. Κόμμα, μέτωπο, αντικαπιταλιστική πτέρυγα, στο σύνολό τους και στη διαλεκτική αλληλεπίδρασή τους αποτελούν το επαναστατικό υποκείμενο, το «κόμμα με την ευρεία και ιστορική έννοια» (Μαρξ). Σε αυτή τη σχέση, το κόμμα αντιμετωπίζεται ως ο πρωταρχικός και το μέτωπο ως ο καθοριστικός, ο πολιτικά αποφασιστικός παράγοντας. Στη σχέση του με τη συνολική επαναστατική πάλη, με την αντικαπιταλιστική δράση της τάξης, το μέτωπο θεωρείται το πρωταρχικό, ενώ η συνολική επαναστατική πάλη της εργατικής τάξης και των σύμμαχών της στρωμάτων, το καθοριστικό. Στο ίδιο πλαίσιο, η αριστερή αντικαπιταλιστική πτέρυγα του μαζικού κινήματος, η συγκροτημένη και μόνιμη μορφή της αντικαπιταλιστικής τάσης - δράσης της τάξης, αποτελεί βασικό κρίκο σύνδεσης της πρωτοπορίας με την τάξη, αλλά και προϋπόθεση ποιοτικής ανάπτυξης της εργατικής συνείδησης. Η αναφορά γίνεται επομένως για ένα ευρύ, ιστορικά εξελισσόμενο - μετασχηματιζόμενο πολιτικό υποκείμενο της κοινωνικής χειραφέτησης. Ειδικά στις μεγάλες καμπές και ιδιαίτερα στα επαναστατικά άλματα (ανατροπή αστικής κυριαρχίας, νίκη της επανάστασης, εγκαθίδρυση εργατικής δημοκρατίας - εξουσίας, άλμα στον κομμουνισμό και κατάργηση τάξεων και εξουσίας) μετασχηματίζονται ποιοτικά (πρόγραμμα, στόχοι, κοινωνική σύνθεση) κι αλλάζουν και αυτά «βαθμίδα», για να απαντήσουν από κομμουνιστική σκοπιά στα νέα καθήκοντα που μπαίνουν στις εν λόγω καμπές. Το αντικαπιταλιστκό μέτωπο, για παράδειγμα, που ασκεί εργατική επαναστατική πολιτική εντός του καπιταλισμού, μετασχηματίζεται σε κομμουνιστικό «την ώρα» του άλματος των αλμάτων, του περάσματος στην κομμουνιστική κοινωνία ή πιο πριν σε επαναστατικό, κατά την εξέλιξη της επανάστασης για την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και τα σύμμαχα στρώματα.
Ο καπιταλισμός και η ταξική πάλη αναπτύσσονται με καμπές και άλματα, «στάδια» και περιόδους, συνέχειες και ασυνέχειες ως τη μεγάλη ασυνέχεια της προλεταριακής επανάστασης στο νέο αιώνα. Απορρίπτονται επομένως οι αστικές αντιλήψεις περί γραμμικής, εξελικτικής πορείας του καπιταλισμού που διεισδύουν στην Αριστερά και οδηγούν σε μια γραμμικά εξελισσόμενη, λίγο πολύ ίδια, χρεωκοπημένη πολιτική. Απορρίπτονται επίσης οι πολιτικές απόψεις και πρακτικές που ταυτίζουν το πολιτικό υποκείμενο της επαναστατικής πάλης είτε με το κίνημα, τις πτέρυγες, τις εξεγέρσεις γενικώς, με το «πλήθος» και τις αντιεξουσιαστικές ή ελευθεριακές μειοψηφίες, ακόμη και με την κομμουνιστική πρωτοπορία. Θεωρούνται λανθασμένες πολιτικά οι πολυποίκιλες απόψεις που καθηλώνουν το πολιτικό εργατικό κίνημα στο επίπεδο των επιμέρους αντικειμενικά αναπτυσσόμενων ελπιδοφόρων συνδικαλιστικών αγώνων της εργατικής τάξης για τα οικονομικά και τα κοινωνικά της δικαιώματα.
Η καπιταλιστική κοινωνία διαιρείται βαθιά από ασυμβίβαστες ταξικές αντιθέσεις, διχάζεται τελικά (χωρίς να παραγνωρίζεται ακόμη και η πολυπλοκότητα, η ασάφεια και η ρευστότητα που εμφανίζονται στα όρια της ταξικής διαστρωμάτωσης) ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη. Από αυτή την παλιά, «απλοϊκή» αλλά τόσο νέα και πολύπλευρη θέση, αντιμετωπίζονται οι αστικές θεωρίες της ασαφούς δήθεν διαστρωμάτωσης και της κοινωνικής κινητικότητας από τη μια κοινωνική θέση στην άλλη. Οι θεωρίες που αντιμετωπίζουν την αστική κοινωνία ως μια κοινωνία που αποτελείται από στρώματα ή «κοινωνικές ομάδες πίεσης» με αντιτιθέμενα μεν συμφέροντα, συμβιβάσιμες δε μεταξύ τους με κατάλληλες πολιτικές. Οι θεωρίες αυτές στην ουσία επικυρώνουν και νομιμοποιούν την κυριαρχία της αστικής τάξης.
Οι ίδιες οι κοινωνικές τάξεις αντιμετωπίζονται ως «φορείς» και ως αποτέλεσμα των σχέσεων και του τρόπου παραγωγής: Η σχέση τους με τα μέσα παραγωγής, ο ρόλος τους στην οργάνωση της εργασίας και της κοινωνίας, το ύψος και ο τρόπος απόκτησης του εισοδήματος, αποτελούν στο σύνολό τους, τα κριτήρια για την ταξική ένταξη και κατηγοριοποίηση.
Η θέση αυτή αντιτίθεται σε αντιλήψεις που κατά καιρούς εμφανίζονται, υποχωρούν ή αναζωπυρώνονται και οι οποίες βασίζονται στην υποκειμενική άποψη για τις τάξεις. Σύμφωνα με αυτές, οι τάξεις δεν υπάρχουν παρά μόνο διαμέσου της γνώμης που έχουν οι ίδιες για τον εαυτό τους (καθαρός υποκειμενισμός) ή οι ίδιες για αυτές αλλά και σε σχέση με τη γνώμη άλλων (διυποκειμενικότητα)∙ ή ακόμη θεωρούν πως η κοινωνική διαστρωμάτωση αποτελεί ένα σύστημα ανώτερων ή κατώτερων, μεγαλύτερων και μικρότερων, διευθυνόντων και διευθυνομένων (αστική αντίληψη που αναπαράγεται κυρίως στον αναρχικό χώρο). Η θέση του Κειμένου Εργασίας δεν συμφωνεί επίσης με απόψεις που καθορίζουν την κοινωνική διαστρωμάτωση μονοπαραγοντικά (μοναδικός παράγοντας μπορεί να είναι π.χ. το επάγγελμα) ή ακόμη πολυπαραγοντικά, από ένα σύνολο παραγόντων οι οποίοι όμως αυτονομούνται από τις σχέσεις με τα μέσα παραγωγής, αντιμετωπίζουν την εργασία διαταξικά, ως να μην είναι υποταγμένη στις καπιταλιστικές σχέσεις και εκλαμβάνουν το κράτος ως μια αιώνια αταξική κοινωνική δομή αυτονομημένη από την κοινωνία.
Το ζήτημα της παραγωγικής ή μη εργασίας έρχεται στην επικαιρότητα και αποκτά ιδιαίτερη σημασία εξαιτίας των φαινομένων που αναδύονται στην καπιταλιστική οικονομία κυρίως από τις δεκαετίες 1980-1990 με την καθοριστικής σημασίας ανάπτυξη των υπηρεσιών στις αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες, την ταυτόχρονη μετεγκατάσταση της εργατικής τάξης του «επιμηκυμένου πάγκου εργασίας», ιδίως της κλωστοϋφαντουργίας, της βιομηχανίας ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών, μέρους της χημικής βιομηχανίας, ολόκληρων τομέων χαμηλής τεχνολογίας σε «χώρες εργασιακής γαλέρας», την ίδια την είσοδο και υποταγή της επιστήμης στην παραγωγή του κεφαλαίου. Η κατάσταση αυτή αναπαράγει θεωρίες περί αποδυνάμωσης της εργατικής τάξης στις αναπτυγμένες χώρες, στην ουσία για το μάταιο της επανάστασης σε αυτές.
Ως παραγωγική εργασία αντιμετωπίζεται η εργασία η οποία, στο σύνολο (στον πρωτογενή, δευτερογενή τομέα, σε υπηρεσίες και εποικοδόμημα) της καπιταλιστικής παραγωγής είναι παραγωγική για το κεφάλαιο. Η εργασία με λίγα λόγια που παράγει αξίες χρήσης και αποδίδει κέρδος. Τοποθετείται δηλαδή θετικά στη μαρξική άποψη: «Το ότι η υπεραξία πρέπει να εκφράζεται σε ένα υλικό προϊόν είναι μια χοντροκομμένη άποψη που υπάρχει ακόμη και στον Άνταμ Σμιθ. Οι ηθοποιοί είναι παραγωγικοί εργάτες όχι στο βαθμό που παράγουν ένα έργο, αλλά στο βαθμό που αυξάνουν τον πλούτο του εργοδότη... Μια τραγουδίστρια που πουλάει το τραγούδι της για λογαριασμό της είναι ένας μη παραγωγικός εργάτης, ενώ σε αντίθεση, όταν τη βάζει ένας επιχειρηματίας να τραγουδάει για να του βγάλει λεφτά, είναι παραγωγικός εργάτης» (Grundrisse, σ. 328-329).
Η σύγχρονη εργατική τάξη, αυτή η πλέον επαναστατικοποιημένη παραγωγική δύναμη την οποία ιδιοποιείται, διαστρέφει και επιχειρεί να υποτάξει ο καπιταλισμός, εμπεριέχει εντός της, στο ανώτερο επίπεδο, τόσο τη δυνητική, ποιοτικά ανώτερη στην εποχή μας, επαναστατική τάση χειραφέτησης του κοινωνικού ανθρώπου όσο και τη φθορά της κοινωνίας και της φύσης από τον καπιταλισμό, τις με σύγχρονους όρους τάσεις υποταγής και χειραγώγησης. Τάσεις χειραφέτησης και υποταγής που συνυπάρχουν διαρκώς και συγκρούονται στο εσωτερικό της αφού η εργατική τάξη στην καπιταλιστική κοινωνία συγκροτείται αντικειμενικά ως τέτοια, γεννιέται όμως και αναπτύσσεται σε ενότητα και σύγκρουση με τον άλλο πόλο της κοινωνίας αυτής, το κεφάλαιο. Δεν γεννιέται, δηλαδή, πρώτα ως αντικείμενο εκμετάλλευσης και ύστερα ως δρων υποκείμενο (απόλυτος διαχωρισμός υποκειμένου - αντικειμένου που έχει ως βάση το διαχωρισμό κοινωνικού είναι και κοινωνικής συνείδησης). Καθώς είναι πλειοψηφία πλέον στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, εργάζεται σε παραδοσιακούς κλάδους, στις αναπτυγμένες υπηρεσίες, στους βιομηχανοποιημένους κλάδους της υγείας και της παιδείας, στις ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες παροχής νερού και ηλεκτρικής ενέργειας, στις μεγάλες βιομηχανίες αιχμής, σε κλάδους έντασης εργασίας (τουρισμός, επισιτισμός). «Υποδιαιρείται» στην αποκλειστικά χειρωνακτικά εργαζόμενη, την χειρωνακτικο-πνευματικά εργαζόμενη και το στρώμα της ανώτερης μόρφωσης που εργάζεται αποκλειστικά πνευματικά ή στα πεδία της επιστήμης και της θεωρίας. Το τελευταίο αυτό στρώμα δεν μπορεί παρά, εκφράζοντας τη χειραφετητική του τάση, να παράξει θεωρία για την εργατική τάξη «από τα μέσα». Αυτή η δυνατότητα, ωστόσο, μπορεί να πραγματοποιηθεί με την αναγκαία και απαραίτητη συμβολή των ειδικών πολιτικών, θεωρητικών πρωτοποριών. Η θέση αυτή επιχειρεί να απαντήσει θετικά τόσο απέναντι στον αντιδιανοουμενισμό και τον οικονομίστικο εργατισμό, όσο και στο διανοουμενίστικο ελιτισμό και τον πολιτικό «υποκαταστατισμό» ή στο συνδυασμό τους, που εμφανίζονται κατά καιρούς στην Αριστερά και στο κίνημα.
Η εργατική τάξη εργάζεται σε σύγχρονους κλάδους που παίζουν κομβικό ρόλο στην παραγωγή. Οι εργαζόμενοι σε αυτούς έχουν έναν σχετικά βαρύνοντα ρόλο στην ταξική πάλη, στην ανάδειξή τους σε μοχλό ενότητας του συνόλου της τάξης. Η αναφορά γίνεται για τμήματα της εργατικής τάξης που λόγω της επαφής τους με τις πιο πρωτοπόρες παραγωγικές δυνάμεις του καπιταλισμού και της ισχύος που έχει η θέση τους στον παραγωγικό - οικονομικό μηχανισμό των καπιταλιστικών σχέσεων συνολικά, μπορούν να προκαλέσουν το μεγαλύτερο καλό στο κίνημα ή τη μεγαλύτερη ζημιά στο κεφάλαιο αν «κατεβάσουν τους διακόπτες». Αυτά τα τμήματα διαχέονται σήμερα σε όλη την παραγωγή, αλλά συγκεντρώνονται κυρίως στους κλάδους: Ενέργεια, αγροτοδιατροφική αλυσίδα, νέες τεχνολογίες, τηλεπικοινωνίες, τράπεζες, μεγάλοι κατασκευαστικοί όμιλοι, μεταφορές, σύγχρονοι κλάδοι υγείας, ναυτιλία. Σε αυτούς τους κλάδους απαιτείται ο ιδιαίτερος προσανατολισμός συνολικής δράσης μιας σύγχρονης εργατικής οργάνωσης, ενός σύγχρονου πολιτικού μετώπου.

Αρχή λειτουργίας η εργατική δημοκρατία
ΑΡΡΗΚΤΗ ΣΥΝΔΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΑΙ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗΣ

Το οργανωτικό ζήτημα γενικά αντιμετωπίζεται ως εξόχως πολιτικό. Η ιστορία της πάλης των τάξεων επαληθεύει ότι η επίκληση των οργανωτικών κανόνων λειτουργίας, όσο σαφώς κι αν έχουν διατυπωθεί στα καταστατικά της Αριστεράς, δεν τη σώζει από συγκρούσεις, διασπάσεις και αποχωρήσεις. Η ουσία, επομένως, του οργανωτικού προβλήματος βρίσκεται πριν και μετά από αυτό: Βρίσκεται στους στρατηγικούς και τους τακτικούς στόχους, στο πρόγραμμα, στην επαλήθευση ή τη διάψευσή τους από τη συλλογική πράξη αυτού του μοναδικού «υποκειμένου» στο οποίο ανήκει ο ρόλος του ηγέτη, τη σύγχρονη εργατική τάξη. Η οποία διεκδικεί για τον εαυτό της και το δικαίωμα να μαθαίνει τη διαλεκτική της ιστορίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, οι ειδικές οργανωτικές πλευρές που συνοδεύουν την πολιτική διάσταση του ζητήματος αποκτούν ουσιαστικό περιεχόμενο. Ως αρχή λειτουργίας προτείνεται από το Κείμενο Εργασίας η λογική της εργατικής δημοκρατίας. Αυτή συγκεκριμενοποιείται με την άρρηκτη σύνδεση δημοκρατίας και ενότητας αντίληψης και δράσης. Η ενότητα επαναστατικής αντίληψης αποτελεί το καθοριστικό και η δημοκρατικά οργανωμένη, ενιαία δράση το αποφασιστικό στοιχείο που πηγάζουν από τον επαναστατικό ρόλο και σκοπούς του κόμματος.
Η οργανωμένη εργατική δημοκρατία εδράζεται στον ενεργό και ισότιμο πολιτικό ρόλο των μελών και των οργανώσεων. Στην προτεραιότητα του «εμείς» έναντι του «εγώ», δίχως ποτέ να ξεχνά πως τελικά το συλλογικό αποτελεί τη συνισταμένη ανεπανάληπτων ξεχωριστών προσωπικοτήτων μέσα από τις οποίες εκφράζεται. Εν τέλει, στην προτεραιότητα του οργανωμένου κοινωνικού ξεχωριστού ανθρώπου με υψηλό επίπεδο συλλογικής κουλτούρας, συνείδησης και αυτοπειθαρχίας έναντι ενός εγωιστικού - ανταγωνιστικού ατόμου ή μιας άνευρης, πειθήνιας και παθητικής συλλογικότητας.
Στηρίζεται στη συλλογική πειθαρχία και αυτοπειθαρχία. Στην αρχή της πλειοψηφίας. Στην υποχρέωση και ανάγκη να δοκιμάζεται στην πράξη η άποψη που πλειοψήφησε. Δίχως αυτή την αρχή, το κόμμα θα ήταν ένα ασπόνδυλο σώμα, αδύνατο να εμπνεύσει τις εργατικές μάζες. Η αρχή αυτή συνοδεύεται από όλα τα μέτρα ουσιαστικής και σε ανώτερο επίπεδο σύνθεσης των απόψεων. Διασφάλισης των όρων ώστε η αντίθετη άποψη να έχει τη δυνατότητα να γίνει πλειοψηφική .
Βασική πλευρά της είναι η αντιμετώπιση από το ίδιο το κόμμα των δομών και της λειτουργίας του με ανοιχτό, δυναμικό, εξελισσόμενο και όχι στατικό, άκαμπτο και τυπολατρικό τρόπο.

ΕΠΑΝΑΘΕΜΕΛΙΩΣΗ
Κόμμα κομμουνιστικής απελευθέρωσης
ΚΟΜΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ, ΟΧΙ ΤΟ ΑΝΑΠΟΔΟ

Η απελευθέρωση των εργατών ως έργο των ίδιων είναι όχι γενικά και αφηρημένα έργο της εργατικής τάξης, αλλά του μετασχηματιζόμενου, με την παρέμβαση όλων των συνιστωσών της πρωτοπορίας, αντικαπιταλιστικού κινήματος. Το ζήτημα της οικοδόμησης ενός μαζικού κομμουνιστικού κόμματος, στο νέο αιώνα και σε αυτή την ιδιόμορφη ιστορική περίοδο, αντιμετωπίζεται ως ο πρωταρχικός κρίκος για την οικοδόμηση του ευρύτερου πολιτικού υποκειμένου. Προσεγγίζεται ως προϋπόθεση και εργαλείο για τη συγκρότηση ενός αναγεννημένου εργατικού κινήματος. Η οικοδόμησή του με ανοιχτό, δημιουργικό τρόπο στην αλληλοτροφοδοτούμενη συγκρότηση κινήματος - μετώπου, αποκτά στρατηγική σημασία. Το κόμμα θεωρείται τμήμα της τάξης, όχι διαμεσολαβητής ή όργανό της. Αυτό σημαίνει πως επιδιώκει να οργανώσει στις γραμμές του την εργατική πρωτοπορία, η οποία παρεμβαίνει όχι με τη μορφή της αφ’ υψηλού διδασκαλίας αλλά με την επιδίωξη σε κάθε πολιτική και οικονομική μάχη «να κερδίσει» την πλειοψηφία. Σημαίνει πως αρνείται να υποκαταστήσει και ελέγξει την πολιτική δράση των σύγχρονων κολασμένων. Να περιορίσει την πολιτική ως κομματική υπόθεση και τελικά ως υπόθεση της ηγεσίας. Το αναγκαίο και η δυνατότητα του κόμματος να ηγείται της τάξης σχετίζεται όχι με την άποψη ότι το κόμμα αυτοανακηρύσσεται σε επαναστατικό όργανο, αλλά με το γεγονός ότι επιδιώκει και πετυχαίνει –ως έμπρακτα αναγνωριζομένη πρωτοπορία– να συνδέει τον εαυτό του με όλα τα τμήματά της. Να ωθεί τις μάζες σε κίνηση προς την επιθυμητή κατεύθυνση, σύμφωνα και με τις αντικειμενικές συνθήκες. Σημαίνει τελικά πως είναι κόμμα για το κίνημα, το οποίο υπηρετεί και από το οποίο ελέγχεται και όχι το αντίθετο. Εκφράζει και συγκροτεί τις δυνάμεις που κατανοούν και υπηρετούν την κομμουνιστική αναγκαιότητα, δυνατότητα και τάση της εποχής με συνειδητό και μόνιμο τρόπο. Εκφράζει επομένως όχι απλώς την αντανάκλαση του κοινωνικού και πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων, αλλά τον εργατικό - επαναστατικό μετασχηματισμό και δυναμική τους. Με αυτή την έννοια, προβάλλει ως απόλυτη ανάγκη η επαναθεμελίωση του προγράμματος, του ρόλου, των χαρακτηριστικών και του οργανωτικού μοντέλου του. Το ίδιο το ΝΑΡ, ως έμπρακτη αυτοκριτική και ως ανταπόκριση στις απαιτήσεις των καιρών, ιεραρχεί το ζήτημα του κόμματος, τη συμβολή του γι’ αυτό ισότιμα με άλλες δυνάμεις, σε καθοριστική προτεραιότητα της δράσης του. Εν όψει και του Συνεδρίου, των πολιτικών και οργανωτικών αλλαγών, της μετονομασίας του σε κομμουνιστική οργάνωση.

Το κομμουνιστικό κόμμα, το αντικαπιταλιστικό μέτωπο και η αντικαπιταλιστική πτέρυγα, στην ανάπτυξή τους, παρόντα στον αέναα εμφανιζόμενο οικονομικό αγώνα, δίνουν τη μάχη για τη μετατροπή του σε αντικαπιταλιστικό οικονομικό αγώνα και σε αντικαπιταλιστικό πολιτικό αγώνα. Έχοντας πάντα υπόψη πως η εργατική συνείδηση και οι συνθήκες που ωθούν το προλεταριάτο στο συλλογικό αγώνα βρίσκονται πρωτίστως και κυρίως στο εργοστάσιο αλλά και στους γενικότερους όρους της ύπαρξής του.

Η «εμμονή» για τη δημιουργία ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής πτέρυγας στο κίνημα, αντικαπιταλιστικού εργατικού μετώπου και του κομμουνιστικού κόμματος του 21ου αιώνα, τα οποία θα αναπτύσσουν τη συνείδηση και θα εξασφαλίζουν την πολιτική ανεξαρτησία της εργατικής τάξης από την κυρίαρχη αστική ιδεολογία και τις πολιτικές της εκπροσωπήσεις, είναι όρος για τη μετατροπή της σε ηγεμονική δύναμη όλων των καταπιεσμένων. Το ελπιδοφόρο είναι πως σήμερα η αστική πολιτική παντοδυναμία αμφισβητείται από ένα ανερχόμενο πολύμορφο ρεύμα πολιτικής απονομιμοποίησής της. Πρόκειται για ένα εν δυνάμει ανατρεπτικό ρεύμα που διαθέτει υπέρτερη αντικειμενική προοπτική με βάση την απογείωση των θεμελιακών ταξικών αντιθέσεων. Αλλά ξεκινάει αναγκαστικά από την πιο χαμηλή ιστορική πολιτική βάση. Ωστόσο είναι ένα ελπιδοφόρο εργατικό, λαϊκό ρεύμα αναγκασμένο να επιχειρεί τη συμπύκνωση εμπειριών πολλών ιστορικών περιόδων και κυρίως να τις συνδυάζει με τις εκρηκτικές ανάγκες και τις μεγάλες δυνατότητες μιας εξαιρετικά πρωτότυπης εποχής.


Αλέκος Αναγνωστάκης
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου